Όταν το μυαλό δεν σταματά: γιατί υπεραναλύουμε;

Υπάρχουν περίοδοι που το μυαλό φαίνεται να μην ησυχάζει. Μια σκέψη ανοίγει μια άλλη, ένα απλό ενδεχόμενο γίνεται σενάριο, ένα «μήπως» φέρνει ένα επόμενο «κι αν», και σταδιακά το άτομο μπορεί να βρεθεί μέσα σε έναν εσωτερικό διάλογο που δεν τελειώνει εύκολα.
Αυτό συχνά περιγράφεται ως υπερανάλυση. Δεν είναι απλώς το να σκεφτόμαστε πολύ. Είναι περισσότερο η αίσθηση ότι το μυαλό επιστρέφει ξανά και ξανά στο ίδιο θέμα, προσπαθώντας να βρει μια απάντηση που θα φέρει ανακούφιση. Μόνο που πολλές φορές, αντί να ηρεμούμε, νιώθουμε ακόμη μεγαλύτερη ένταση.
Συνήθως αυτή η διαδικασία δεν ξεκινά επειδή κάποιος θέλει να ταλαιπωρεί τον εαυτό του. Τις περισσότερες φορές ξεκινά από μια ανάγκη για ασφάλεια. Το άτομο προσπαθεί να προλάβει κάτι δυσάρεστο, να αποφύγει ένα λάθος, να πάρει τη σωστή απόφαση ή να καταλάβει τι μπορεί να σκέφτηκε ή να εννοούσε κάποιος άλλος. Με έναν τρόπο, η σκέψη γίνεται προσπάθεια ελέγχου.
Στην αρχή αυτό μπορεί να φαίνεται βοηθητικό. Υπάρχει η αίσθηση ότι όσο περισσότερο σκεφτόμαστε κάτι, τόσο πιο κοντά θα φτάσουμε στη λύση. Όμως δεν οδηγεί κάθε σκέψη σε κατανόηση. Κάποιες φορές το μυαλό δεν προχωρά πραγματικά παρακάτω. Απλώς αλλάζει λίγο τη μορφή της ίδιας ανησυχίας και επιστρέφει στο ίδιο σημείο.
Εκεί βρίσκεται μια σημαντική διαφορά. Άλλο είναι να επεξεργάζομαι ένα θέμα και άλλο να εγκλωβίζομαι σε αυτό. Η επεξεργασία συνήθως οδηγεί κάπου: σε μια απόφαση, σε μια πιο καθαρή εικόνα, σε μια πράξη ή έστω σε μια αποδοχή ότι κάτι δεν μπορεί να λυθεί άμεσα. Αντίθετα, ο φαύλος κύκλος της σκέψης συχνά αφήνει το άτομο πιο
μπερδεμένο, πιο κουρασμένο και με μεγαλύτερη ανάγκη για βεβαιότητα.
Ένα από τα πιο δύσκολα σημεία είναι ότι το μυαλό ζητά απόλυτη σιγουριά σε ζητήματα που σπάνια μπορούν να απαντηθούν με απόλυτο τρόπο. «Κι αν κάνω λάθος;», «κι αν συμβεί κάτι κακό;», «κι αν δεν το χειριστώ σωστά;», «κι αν ο άλλος παρεξήγησε κάτι;».
Όσο πιο πολύ προσπαθεί κάποιος να απαντήσει τέλεια σε τέτοια ερωτήματα, τόσο πιο εύκολα μπορεί να παγιδευτεί μέσα τους.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι σκέψεις είναι παράλογες ή ασήμαντες. Για τον άνθρωπο που τις βιώνει, έχουν ένταση και νόημα. Συχνά συνδέονται με φόβο, ενοχή, ανάγκη αποδοχής, φόβο απόρριψης ή δυσκολία με την αβεβαιότητα. Γι’ αυτό και δεν βοηθά ιδιαίτερα να πει κάποιος απλώς «μην το σκέφτεσαι». Όταν το μυαλό έχει μάθει να λειτουργεί έτσι, δεν σταματά επειδή του το ζητάμε απότομα.
Πολλοί άνθρωποι περιγράφουν αυτή την κατάσταση σαν να μην μπορούν να «κλείσουν» το μυαλό τους. Μπορεί να είναι ξαπλωμένοι στο κρεβάτι, να προσπαθούν να ξεκουραστούν, και παρ’ όλα αυτά μέσα τους να συνεχίζεται μια έντονη συζήτηση.
Μπορεί να έχουν τελειώσει μια συζήτηση με κάποιον και μετά να την αναλύουν ξανά: τι είπαν, πώς ακούστηκε, αν φάνηκαν κάπως, αν έπρεπε να απαντήσουν διαφορετικά. Με τον καιρό, αυτό μπορεί να επηρεάσει την καθημερινότητα. Ο ύπνος μπορεί να γίνει πιο δύσκολος. Η συγκέντρωση μπορεί να μειωθεί. Οι αποφάσεις να μοιάζουν πιο βαριές από όσο είναι. Οι σχέσεις να φορτίζονται, όχι απαραίτητα επειδή υπάρχει πραγματικό πρόβλημα, αλλά επειδή το άτομο προσπαθεί συνεχώς να διαβάσει πίσω από τις λέξεις, τις κινήσεις ή τις αντιδράσεις των άλλων.
Σε αυτό το σημείο είναι σημαντικό να δούμε ότι ο στόχος δεν είναι να σταματήσουν όλες οι σκέψεις. Αυτό δεν είναι ούτε ρεαλιστικό ούτε απαραίτητο. Το ζητούμενο είναι να αλλάξει σταδιακά η σχέση μας με αυτές. Να μπορούμε να παρατηρούμε ότι κάτι περνά από το μυαλό μας, χωρίς να νιώθουμε υποχρεωμένοι να το ακολουθήσουμε μέχρι τέλους.
Μια σκέψη δεν είναι πάντα προειδοποίηση. Δεν είναι πάντα απόδειξη ότι κάτι πάει λάθος. Δεν είναι πάντα εντολή για άμεση αντίδραση. Μερικές φορές είναι απλώς μια προσπάθεια του μυαλού να μας προστατεύσει, ακόμη κι αν ο τρόπος που το κάνει τελικά μας εξαντλεί.
Η θεραπευτική δουλειά μπορεί να βοηθήσει ακριβώς σε αυτό το σημείο. Όχι επειδή κάποιος χρειάζεται να «σταματήσει να σκέφτεται», αλλά επειδή χρειάζεται να καταλάβει τι συμβαίνει πίσω από αυτή τη συνεχή εσωτερική ένταση. Τι πυροδοτεί τον κύκλο. Ποιες ανάγκες προσπαθεί να καλύψει. Ποιοι φόβοι τον συντηρούν. Και πώς μπορεί το άτομο να αρχίσει να στέκεται απέναντι στις σκέψεις του με περισσότερη απόσταση και λιγότερη εξάντληση.
Μερικές φορές η ηρεμία δεν έρχεται όταν βρούμε την τέλεια απάντηση. Έρχεται όταν πάψουμε να αντιμετωπίζουμε κάθε σκέψη σαν κάτι που πρέπει να λυθεί αμέσως. Και αυτό δεν είναι αδιαφορία. Είναι ένας πιο ήπιος, πιο σταθερός τρόπος να σχετιστούμε με το ίδιο μας το μυαλό.


